3.12.09

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: 11η Νοεμβρίου 2009

Είναι μερικές απορίες που χρειάζεται να περάσουν χρόνια πολλά για ν’ απαντηθούν. Σαν αυτήν που με απασχολούσε κάθε φορά που έβλεπα τη σημαιοστολισμένη Καστοριά εκείνη την 11η Νοεμβρίου του 1912 που υποδεχόταν τον ελευθερωτή της ελληνικό στρατό: «Πού βρέθηκαν όλες αυτές οι ελληνικές σημαίες στη σκλαβωμένη για 527 ολόκληρα χρόνια Καστοριά;». Στην απορία μου αυτήν απάντησε κάποιο απόγευμα της περασμένης άνοιξης μία ξεχωριστή Καστοριανή γυναίκα, η κ. Ελευθερία Βολιώτη.
Την άκουσα, λοιπόν, την ώρα που μου έκανε την τιμή να μου αφηγείται συμβάντα από την ιστορία της πόλης μας, να μου λέει πως η γιαγιά της, όταν οι γονείς της πήγαιναν τότε-στα χρόνια που η ίδια ήταν μικρό παιδί-σε καμιά χοροεσπερίδα, έφτιαχνε γι’ αυτήν και τ’ αδέρφια της χαλβά με αλεύρι και τους έλεγε κομμάτια από την ιστορία της Καστοριάς σαν παραμύθι:

«Θυμάμαι που μας έλεγε για την απελευθέρωση της Καστοριάς. Για να μην τους βλέπουν οι Τούρκοι μέσα, δεν είχαν παντζούρια τότε τα παράθυρα, κανάτια (βέβαια κάποια σπίτια είχαν κανάτια ξύλινα), βάζανε φλοκάτες στα παράθυρα, γιάμπολες∙ ό,τι συζητήσεις γινόταν, για να μην τους βλέπουν, να μην τους χαζεύουν (γιατί πολλές φορές γινόταν και μυστικές συναντήσεις και διάφορα)…Ήρθε, λοιπόν, το άγγελμα ότι μπήκε ο στρατός με τον Άρτη. Μπήκε ο στρατός, λευτερώθηκε η Καστοριά, όπου να ‘ναι θα χτυπήσουν οι καμπάνες. Κι επειδή ήταν και το Επισκοπείο κοντά μας, στο δεσπότη γίνονταν κινήσεις, ε, μαθαίνονταν πιο εύκολα κάποια πράματα. Η γιαγιά μου, Κατίγκω τη λέγανε, άρχισαν να σταυροκοπιούνται, και τι κάνει; Ανοίγει το μπαούλο και βγάζει το νυφιάτικο το φουστάνι της. Τότε το νυφιάτικο το φουστάνι ήταν σε γαλάζιο χρώμα το δικό της. Δε φορούσαν τα λευκά οι γυναίκες με τις παραδοσιακές στολές. Ξήλωσε, λοιπόν, τη σούφρα τη φαρδιά από το φουστάνι της, ήτανε, λέει, σαξέτσι το λέγανε αυτό το χρώμα-δηλαδή ήτανε γαλάζιο, έντονο γαλάζιο, όχι σαν αυτό που έχει η σημαία μας το μπλε, ήτανε λίγο πιο ανοιχτό, και με τα πανιά απ’ τα προσκέφαλα, τη λεμάρα-δυναμική, βρε παιδί μου!-το τρύπωσε. Την είχε έτοιμη τη σημαία, λέει. Με το χτύπημα της καμπάνας, όταν άρχισαν να ακούγονται κωδωνοκρουσίες, τι κάνει; Τις φλοκάτες τις ρίχνουν στα παράθυρα, κόκκινες-χαρμόσυνο γεγονός δηλαδή, κόκκινο- και τις σημαίες πάλι στο παράθυρο, όχι με κοντάρι, έτσι. Στο παραθύρι την κάρφωσαν τη σημαία, λέει, και ξεχύθηκαν στους δρόμους, όλοι μαζεύτηκαν εκεί στο δεσπότη. Αυτό είναι πολύ συγκινητικό, έτσι; Δεν είχανε σημαίες επί Τουρκοκρατίας. Όσες είχανε γαλάζια τα φουστάνια τους καλά. Οι άλλες ψάχνανε ό,τι μπορούσαν να βρουν, να φτιάξουν σημαίες.»

Πώς γινόταν και πώς γίνεται να μη συμφωνήσει κανείς με την κ. Βολιώτη; Ε, ναι, λοιπόν, ήταν πολύ συγκινητικό αυτό που μας αφηγήθηκε, εξηγώντας μας το πού βρέθηκαν όλες οι σημαίες της σημαντικότατης φωτογραφίας αυτής της πιο σημαντικής στιγμής της ιστορίας της πόλης μας. Αλλά, επειδή η Ιστορία έχει λόγο και σημασία και αξία να συνδέεται με το παρόν, με το σήμερα, το ίδιο σημαντικό ήταν αυτό που μας αφηγήθηκε η ίδια Καστοριανή κυρία για κάτι εντελώς σημερινό:
«Εγώ πέρσι, ήτανε 11η Νοεμβρίου. Δε θα την ξεχάσω αυτήν τη μέρα. Πήγαινα στη θεία μου, μένει κάτω στην παραλία. Και, καθώς περνούσα απ’ τ’ αστικό (εννοεί την αφετηρία των αστικών), είδα το σπίτι του Δούμα πάνω-κλειστό το σπίτι, γιατί ο Δούμας ο γιατρός μένει στη Θεσσαλονίκη- βλέπω τη σημαία. Και δάκρυσα. Τι κάνουν; Στις εθνικές γιορτές, παρόλο που μένουν στη Θεσσαλονίκη, έχουν αναθέσει σε μια γειτόνισσα που έχει το κλειδί και βάζουν τη σημαία. Το σπίτι ήταν ζωντανό. Ο νοικοκύρης του το συντήρησε. Αγαπάει την Καστοριά. Το είπα κιόλας στη μάνα του. Λέω: “Θωμαγούλα, ήταν ο Αργύρης εδώ; Είδα τα παντζούρια κλειστά, αλλά είδα τη σημαία”. Και μου λέει “όχι”».

Η κ. Ελευθερία Βολιώτη εκείνο το απόγευμα της περασμένης άνοιξης μου είχε απαντήσει στο ερώτημά μου σχετικά με τις σημαίες της 11ης Νοεμβρίου 1912. Μου είχε απαντήσει, δίχως να την έχω ρωτήσει γι’ αυτό. Μόνο σε ένα ερώτημα που επίσης με βασανίζει δεν μπόρεσε να μου απαντήσει: πώς γίνεται να έρχεται αυτή η μεγάλη μέρα και να ξεχνάμε να βάζουμε εμείς οι σημερινοί ελεύθεροι(;) Καστοριανοί τη σημαία που έχουμε(;) στο μπαλκόνι μας; Πώς δε φαινόμαστε συνεπείς σ’ ένα χρέος όπου μπορούμε να ανταποκριθούμε πανεύκολα εμείς οι γιοι και οι κόρες εκείνων των φλογερών και ευρηματικών Καστοριανών γυναικών που, δουλεύοντας με το μυαλό και τα χέρια, πλημμύρισαν την επί πολλούς αιώνες σκλαβωμένη Καστοριά μας με τόσες γαλανόλευκες; Με όλες αυτές τις γαλανόλευκες που φτιάχτηκαν ακριβώς την ίδια μέρα για να υποδεχτούν τη λευτεριά που θα μπορούσε και να μην είχε έρθει;…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ