30.3.09

ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Ηρόστρατος Α.Ε.


(Mια ιστορία σε πολλές παραλλαγές
που επαναλαμβάνεται αενάως σε ελληνικό τοπίο)



Όμως το ίδιο βράδυ, όταν οι δολοφόνοι των Λώρ
πήγαν να ψάλλουν το Χριστός Ανέστη,
η κόκκινη καμπάνα δεν χτύπησε.
Κι αφού έντρομοι το προσπαθούσαν
μέχρι το πρωϊ ξανά και ξανά, χωρίς αποτέλεσμα,
κατάλαβαν πως το ματωμένο Στόμα
του Θεού είχε μουγγαθεί
.
Θανάση Τριαρίδη Η μουγγή καμπάνα


Α. ΓΕΝΕΣΙΣ

Σφραγίδα δωρεάς 



H δωρητήριος επιστολή συντάχθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 29 Δεκεμβρίου του 1908. Συντάκτης της ο εξηντάχρονος Σπυρίδων Νικολάου, ευπατρίδης πια, από το Βογατσικό που έζησε και πλούτισε στην Ρουμανία. Παραλήπτης η «αξιότιμος εφορεία ελληνικών εκπαιδευτηρίων Βογατσικού. Εις Βογατσικόν»:

Αξιότιμοι κύριοι,
Σήμερον ευρίσκομαι εις το ευάρεστον σημείον να αναγγείλω υμίν, ότι θεία εμπνεύσει και αρωγή, επιθυμών όπως εκδηλώσω την αϊδιον ευγνωμοσύνην προς την γενέτειράν μου γήν και να συντελέσω όση μοι δύναμις εις τε την βελτίωσιν των εκπαιδευτικών αυτής πραγμάτων και εις την ανακούφισιν της πασχούσης της πατρίδος μερίδος, κατέθεσα παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος εν Αθήναις είκοσιπέντε (25) μετοχάς, αξίας περίπου 100.000 φράγκων της εθνικής Τραπέζης της Ρουμανίας επ΄ονόματι των ελληνικών εκπαιδευτηρίων της πατρίδος μου, Βογατσικού, ων επαξίως εφορεύετε, επι τω όρω, όπως η μεν κατάθεσις παραμείνει ανεπαφής εις αιώνα τον άπαντα οι δε τόκοι διατίθηνται κατ΄έτος ως εξής:

Α. Είκοσι λίραι (αριθ. 20) όπως υπανδρεύηται κατ΄ έτος έν κοράσιον ορφανόν η εν γένει πτωχόν, κατά προτίμησιν εκ των εχόντων συγγενικήν σχέσιν προς τον διαθέτην. Ακολουθούν τα Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ και αφορούν διάφορες δωρεές όπως εις Απόρους οικογενείας κατά τις ημέρες των Χριστουγέννων, δωρεάν φαρμάκων εις αρμοδίως αποδεδειγμένους απόρους ασθενείς, διανομήν δωρεάν βιβλίων και γραφικής ύλης εις απόρους μαθητάς, υποτροφία εις χριστοήθην και επιμελή μαθητήν απόφοιτον της Σχολής Βογατσικού, δωρεάν προς βελτίωσιν και προαγωγήν των ελληνικών εκπαιδευτηρίων της πατρίδος. Ακόμα και διόρθωσιν των πηγών ποσίμου ύδατος Βογατσικού. Και καταλήγει η επιστολή:
…Εν τούτοις πληροφορηθείς παρά διαφόρων εγκρίτων πατριωτών, ότι το νύν υπάρχον κτίριον του αρρεναγωγείου τυγχάνει όλως ακατάλληλον και επιθυμών, όπως η φέρελπις της πατρίδος νεολαία φοιτά εις σχολείον κατά πάντα υγιεινόν, εγκρίνω ίνα η εκτέλεσις της ανωτέρω εκτεθείσης διαθέσεώς μου αναβληθεί από της 1ης Ιανουαρίου 1909 μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 1914, ήτοι επι μίαν πενταετίαν, οι δε κατά το πενταετές τούτο διάστημα τόκοι του ειρημένου κληροδοτήματος, κατατιθεμένοι παρά τη Τραπέζη εντόκως και αποσυρόμενοι μόνον εις το τέλος της ρηθείσης προθεσμίας, χρησιμεύσωσι προς ίδρυσιν εκ θεμελίων νέας σχολής, σύμφώνως με τα παιδαγωγικάς απαιτήσεις του αιώνος και φερούσης την επιγραφή Σπυριδώνειος Ελληνική σχολή Βογατσικού…
Εφ΄ω δέξασθε την διαβεβαίωσιν της προς υμάς και προς άπαντας τους πατριώτας αγάπης και εκτιμήσεως, μεθ΄ ών διατελώ ασπαζόμενος υμάς.


Τα παραπάνω υπογράφει ο ξενιτεμένος από τα δεκάξι του στο Πλοέστι της Ρουμανίας και λίαν ευκατάστατος εργολήπτης δημοσίων έργων στην χώρα αυτή ο οποίος είχε αρχικά εργαστεί σαν παραγυιός σε νερόμυλο. Ο Σπυρίδων Νικολάου εις τας δυσμάς του βίου δεν λησμονεί την ιδιαίτερη πατρίδα. Και με απίστευτη διορατικότητα για τις απαιτήσεις του αιώνος σπεύδει να ενισχύσει την εκπαίδευση στο Βογατσικό.

Σε ψήφισμά της η Κοινότητα Βογατσικού στις 4 Ιανουαρίου 1909 κάνει δεκτή με ενθουσιασμό την προσφορά του ευεργέτη και ανταπαντά μεταξύ των άλλων: Η ελληνική Κοινότης Βογατσικού, επι τη ηγεμονική δωρεά εξ 100 χιλιάδων φράγκων του φιλογενεστάτου και φιλομουσοτάτου κ. Σπύρου Νικολάου, συνελθούσα σήμερον τη 4η Ιανουαρίου και συσκεψαμένη, εψηφίσατο τα εξής (παρατίθενται α-ε)

…(Στ) Να παρακληθεί ο Μέγας Ευεργέτης της κοινότητος, όπως ευαρεστηθεί ν΄ αποστείλη την εικόνα αυτού ίνα αυτή κοσμεί και λαμπρύνει την αίθουσαν του αρρεναγωγείου.



Όταν χτίζεται ένα σχολείο κλείνει μια φυλακή

Ο κόκορας σφάχτηκε στα θεμέλια την άνοιξη του 1920. Το σχολείο εγκαινιάστηκε το 1923. Δέκα ολόκληρα χρόνια μετά την ημερομηνία που όριζε η διαθήκη. Σημαντικά ιστορικά γεγονότα έλαβαν χώρα αυτήν την περίοδο: Πρώτα οι Βαλκανικοί πόλεμοι και η απελευθέρωση από τους Τούρκους, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και τέλος η Μικρασιατική καταστροφή που ενέσκυψαν στο διάστημα αυτό ίσως ήσαν τα κύρια αίτια που μάκρυναν την περιπόθητη μέρα. Δεκαπέντε χρόνια πέρασαν χωρίς η διαθήκη να μπορέσει να καλοπαντρέψει φτωχό κοράσιον, μήτε να ενισχύσει αριστεύσαντα μαθητή, ούτε να διακονήσει φτωχό η να προσφέρει φάρμακα σε ανήμπορο. Όμως στα δεκαπέντε αυτά χρόνια οι τόκοι που γεννούσε κάθε τόσο η δωρεά άγγιξαν τις χίλιες λίρες που έφταναν και περίσσευαν για την ανέγερση του σχολείου. Το παλιό σχολείο είχε πια καεί ήδη το 1912 από τους Τούρκους ενώ το σπίτι της Μαλαντούς που διαλέχτηκε στη συνέχεια δεν μπορούσε πια να καλύψει τις ανάγκες. Όταν λοιπόν έφτασαν και τα πρώτα αγγέλματα για την ανέγερση του Δημοτικού Σχολείου αγαλλίασαν οι πάντες στο χωριό. Συζητήσεις ζωηρές στο παζάρι κι όνειρα απειθάρχητα σαν τα νερά της καταιγίδας μέσα στα ρέματα για προκομένα παιδιά και γραμματιζούμενους νιούς που θα ξεπηδούσαν από τις αίθουσες να εξακοντίσει το Βογατσικό στις τέσσερις γωνιές της γης την σπουδαγμένη σπορά του!

Ο εργολάβος μονάχα σουλατσάριζε ανήσυχος πέρα δώθε στην πλατεία. Μόνος -κατάμονος αράδιαζε υπολογισμούς πρόχειρους στο πακέτο των τσιγάρων. Στο καφενείο απλησίαστος κι απόμακρος. Στο εργοτάξιο κοιτάζοντας φορές σκυθρωπός τον ουρανό σαν να ζήταγε επίμονα τίποτα παλιά χρωστούμενα. Η κούραση κι ένταση της δουλειάς τον είχαν απορροφήσει εντελώς, πάνω στα ρούχα και την όψη του θαρρείς κρέμονταν όλες οι ξαγρυπνισμένες μέρες που περνούσε. Ξύπνιος ονειρεύονταν έτσι που είχε παραδοθεί στα σχέδιά του. Η εμπιστοσύνη και συμπάθεια που έδειξαν σ΄ αυτόν, έναν εμπειροτέχνη, να ολοκληρώσει το έργο σύσσωμη η επιτροπή και ο κάτοικοι του χωριού όρισαν και τη σκληρή πορεία όπου βάδιζε μέχρι να σταθεί αντάξιός τους. Σαν το έργο ξεκίνησε με το καλό όλοι ξαφνιάστηκαν με το μέγεθος της κατασκευής. Ενθουσιασμός και δέος επικράτησαν στην κωμόπολη. Η κάτοψη του κτιρίου σχημάτιζε σαφέστατα ένα «Ε» κεφαλαίο που στα κρυπτογραφικά του εμπειροτέχνη θα σήμαινε ίσως:«Εκπαίδευση» ! Άλλοι ψιθύριζαν πως υπονοούσε: «Ελευθερία» ! Μπορεί και τα δύο. Ιδανικά που δείχνονταν με χτίσματα…

Τους καλύτερους μάζεψε για τη δουλειά γύρω του. Μήνυσε με τους κυρατζήδες [1] έγκαιρα και ζήτησε νάρθουν από την Κωνσταντινούπολη δύο αρχιμάστορες χρόνια φευγάτοι από το χωριό. Μαραγκοί, χτιστάδες, τεχνίτες της πέτρας και σοβατζήδες περιωπής. Δέκα νοματαίοι καταπιάστηκαν με το έργο και μέσα σε τρία χρόνια το παρέδωσαν σε εγκαίνια. Τεράστιος αυλόγυρος ολόγυρα δενδροφυτεμένος με ακακίες. Το κτίριο ημιδιώροφο, επιβλητικό, με ευρύχωρες ψηλοτάβανες αίθουσες.

Προσανατολισμένο με άξονα βορρά-νότο. Η πρόσοψη να βλέπει την ανατολή. ΄Απλετο φως από το πρωΐ εισχωρεί στις αίθουσες. Το απόγευμα πριν ο ήλιος κατέβει την κορφή του Αη- Θωμά μέχρι τις έξη φώτιζε εντός του. Κορνίζες απέριττες γύρω από τα πορτοπαράθυρα - τα τεράστια μακρόστενα παράθυρα για το ευάερον και ευήλιον του πράγματος- Το γραφείο των διδασκάλων, πέντε αίθουσες για τις τάξεις, την αίθουσα των εκδηλώσεων που μεγάλωνε κι άλλο αν αφαιρούνταν οι κουμπωτές ξύλινες πόρτες. Η μεγάλη αίθουσα των επίσημων εκδηλώσεων και εποπτικών μέσων. Τρία κλιμακοστάσια δύο στο πίσω προαύλιο κι ένα στο μπροστινό. Τα υπόγεια ευρύχωρα και ευάερα περιέργως φωτεινά με αίθουσα εστιατορίου και αποθήκες. Στο βάθος του διαδρόμου και πάνω από την είσοδο της μεγάλης αίθουσας των επίσημων τελετών η προσωπογραφία του Σπυρίδωνος Νικολάου, σε καλοδουλεμένη ελαιογραφία, επιβλέπει και εποπτεύει το χώρο της δωρεάς, το εργαστήρι της ελπίδας…

Κανείς δεν άκουσε πια για τον εργολάβο που αποπεράτωσε το έργο. Λένε πως ικανοποιημένος απόλυτα με τη δουλειά του δεν ξανάπιασε μήτε αλφάδι η σαούλι [2] μήτε κοντύλι για σχέδιο μη τυχόν και κατώτερη τέχνη προκύψει στη ζωή του.


Τα σταφύλια της οργής

Τα χρόνια της αδίστακτης κατοχής των γερμανικών στρατευμάτων, την πείνα και τη δυστυχία τα διαδέχτηκε το μαράζι του εμφυλίου πολέμου που είχε σαν θέατρο των επιχειρήσεων και το Βογατσικό. Χηρείες του πολέμου, απώλειες της πείνας και της αρρώστιας, ορφανά και φτώχεια αβάσταχτη, μ΄ ένα σωρό φευγάτους στο βουνό μαζί και το ανυποχώρητο για δεκαετίες μίσος θα έστρωναν από του λοιπού το γιατάκι [3] τους στο χωριό. Από κάπου όμως πρέπει να ξαναρχίζει η ιστορία του Σχολείου. Ας πούμε πως αρχίζει μ΄ αυτήν την επιστολή:

Οι γενναίοι βογατσιώτες επανειλλημένως υπερήσπισαν και διέσωσαν τούτο (το Σχολείον) από την ανταρσίαν και τον κατακτητήν. Πλήν όμως ο τελευταίος ούτος διήρπασεν και κατέστρεψεν τον εσωτερικό του εξοπλισμόν, τα παραθυρόφυλλα ακόμα και τα πατώματα χρησιμοποιήσας ταύτα ως καύσιμον ύλην κατα τον βαρύ χειμώνα του 1941. Το πενιχρόν σχολικόν ταμείον λόγω της πτωχείας των γονέων και κηδεμόνων αδυνατεί να καλύψει τας ανάγκας του σχολείου του οποίου μάλιστα η στέγη προς αποφυγήν εισροής των ομβρίων υδάτων και της καταρρεύσεως αυτής αλλά και γενικώς ολόκληρον το κτιριακόν συγκρότημα έχει ανάγκην αμέσου και επισταμένης επισκευής.

Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια περίμενε υπομονετικά η εντολή του Σπύρου Νικολάου, ανάμεσα σε δύο πολέμους, ν΄ αυγατίσουν οι τόκοι ώστε να λάβει σάρκα και οστά. Εικοσιπέντε χρόνια χρειάστηκαν (ίσως όμως μονάχα η δεκαετία του ΄40 και δύο πόλεμοι πάλι) για να φτάσει να χρειάζεται το Σχολείο τόσο εκτεταμένες επισκευές προκειμένου να σωθεί…

Μετά το ΄45 τόκοι δεν ξαναμπήκαν πλέον από τις μετοχές. Η Ρουμανία άλλαξε χέρια, το προηγούμενο κοινωνικό σύστημα κατέρρευσε κι άλλαξε αφεντικό. Το αρχικό κεφάλαιο, οι περίφημες εικοσιπέντε μετοχές της Εθνικής Τραπέζης της Ρουμανίας απλώς δεν υπήρχαν πια. Ένας λίβας πέρασε και τα πήρε όλα … Όμως το κράτος λειτούργησε, η ανασυγκρότηση, η συνδρομή της ομογένειας δούλεψαν στη σωστή κατεύθυνση και το Σχολείο σώθηκε. Από το ΄50 και μετά τα μαθητούδια του εξατάξιου τετραθέσιου Δημοτικού Σχολείου Βογατσικού δεν θα ΄χαναν ούτε ώρα μαθήματος.


Ένα ωρολόγιον… πόλεως στο χωριό

Η προσφορά ετούτη …ήχησε κάπως παράξενα. Η δωρήτρια απέστειλε το ρολόγι με τον μηχανισμό και τα παρελκόμενά του στη σχολική εφορεία. Το «ωρολόγιον πόλεως» έγινε δεκτό και ξεκίνησε γρήγορα η διαδικασία της τοποθέτησής του. Ο Αγαθοκλής Πανταζίδης ικανότατος των δημοσίων σχέσεων, που καζάντησε [4] στην Αμερική, ιδιοκτήτης υπερσύγχρονου ντιζελοκίνητου αλευρόμυλου και ως εκ τούτου γνώστης της τεχνολογίας και με διασυνδέσεις, καταφέρνει –μόλις του το αναθέτουν-να βρεί την κατάλληλη τεχνική υποστήριξη και με εκ παραλλήλου ερανικές προσπάθειες να κατασκευασθεί ο βατήρας όπου θα στηρίζονταν το τεράστιο ρολόγι. Σαν φίδια σύρθηκαν –όπως είναι φυσικό για τα στενά και φτωχικά περιβάλλοντα-κάμποσες υποψίες για ενθυλάκωση χρημάτων από τα μέλη της ερανικής επιτροπής. Σχεδόν όμως όλα αγνοήθηκαν στο τέλος και παραμερίστηκαν χάριν του έργου. Η κατασκευή είναι εντυπωσιακή. Το ρολόγι στήθηκε περήφανο και υψώθηκε πάνω από το Σχολείο. Στην πρόσοψη πάνω από την κύρια είσοδο δεσπόζει πια καύχημα του σχολείου και του χωριού. Οι ωροδείκτες του φαντάζουν και στις τέσσερεις πλευρές του ρολογιού.

Κάθε ώρα που σημαίνει εδώ ενώνει τις ώρες σε Ανατολή και Δύση: «Η κάθε ώρα που ζούμε στην Αμερική έρχεται πάντα για μας μετά τους λογαρισμούς μας σε ώρα Ελλάδας» λέει κάποιος Αμερικάνος που φέρνει την τακτική του βόλτα στο τζιαντέ [5] από το σταθμό Χωροφυλακής μέχρι τον Ασυρτό.

«Κι αυτό το ρολόγι το παίρνουμε μαζί μας να εδώ» (στην καρδιά του δείχνει) «για να μας δείχνει την ώρα της πατρίδας. Ναι κάθε ώρα είναι πρώτα ώρα της πατρίδας και είμαστε ψυχές αγκαλιασμένες όλον τον καιρό -μέχρι τη μεγάλη φυγή ξέρεις αυτήν που θα συμβεί κάποτε αναπότρεπτα- δεμένες με το χρόνο που ορίζει την σκληρή απόσταση και την πληγή του αποχωρισμού. Το ρολόγι αυτό ας ενώνει τον κοινό πόνο που αποχωριστήκαμε τα παιχνίδια στο Λάκκο και στις Μπιστιριές, στ΄ Αλώνια και στο ποτάμι. Πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία. Και χάρη σ΄ αυτό το ρολόγι και στα τέσσερα κοιτάγματά του στα σημεία του ορίζοντα αντίκρυ συνεχίζουμε και ζούμε όλοι μαζί σε Βογατσικό - Τορόντο - Νιού Γιορκ- Μελβούρνη. Και παίζουμε ακόμα σαν παιδιά ακούραστοι χωρίς να γερνάμε ποτέ και ας γινόμαστε ογδόντα»...

Αυτά έλεγε ο Αμερικάνος, η πάλι και να νόμισα πως τα ΄χε πει, σαν τον κοίταγα να μακραίνει μ΄ ένα φοβερό πούρο σφηνωμένο στο άνοιγμα των χειλιών του σαν μαγκούρα που κάπνιζε!


Η ώρα ακριβώς

Το ρολόγι του σχολείου σχεδόν από τότε που αγοράστηκε και τοποθετήθηκε εκεί πάνω παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα λειτουργίας. Δεν είναι άξιο ποτέ να χτυπήσει στη σωστή ώρα για περισσότερα από δυο εικοσιτετράωρα στη σειρά. Έχουνε πει πως τα ανταλλακτικά των μηχανικών μερών του υπήρξαν από την αρχή ελαττωματικά. Πιο συγκεκριμένα: τα τσιμεντένια κυλινδρικά βαρίδια που κρέμονται στα ελατήρια του. Ο κύριος Καλλίμαχος –ο παλαίμαχος δάσκαλος και διευθυντής του Σχολείου, γέννημα θρέμμα της βογατσιώτικης γης- δεν αρκείται στις εξηγήσεις της εταιρίας στην Αθήνα που εγγράφως η τηλεγραφικώς απαντά στα επίμονα ερωτήματά του. Ανεβαίνει συχνά τη σιδερένια εξωτερική σκάλα που οδηγεί στην πόρτα του μηχανοστασίου. Κάθεται ώρα εκεί μέσα και το παρατηρεί σκαλίζοντας τα κοιμισμένα εντόσθια του ρολογιού. Το κουρδίζει λέει. Μας πιάνει ίλιγγος όταν τον βλέπουμε να ανεβαίνει με τέτοια σιγουριά και σβελτάδα εκεί πάνω. Τη γραβάτα του σαν ανεμοδείκτη την διώχνει στο πλάι ο αέρας που φυσά πάντοτε σ΄ αυτό το ύψος. Ο χοντρός τεχνικός που τον συνόδεψε μια μέρα ως εκεί πάνω για να ενισχύσει τα ελατήρια δυο φορές ζαλίστηκε. Ο κύριος Καλλίμαχος του έδινε κουράγιο μέχρι να τελειώσουν το έργο της επισκευής. Όταν κατέβηκαν ο τεχνικός ήταν για ώρα άσπρος σαν το πανί. Επί Καλλίμαχου μόνο, αυτό το ρολόγι είχε γνωρίσει περιόδους υποτυπώδους και σχετικά αξιοπρεπούς λειτουργίας. Από φιλότιμο προφανώς που ένιωθε αυτόν τον άνθρωπο να το νοιάζεται τόσο.



***


Β. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΗΡΟΣΤΡΑΤΟΥ

Ποιόν ενοχλεί το ρολόγι;




Θα είμαι σύντομος. Πληροφορούμαστε ότι κάποιος ενοχλείται. Δεν κοιμάται τα βράδια. Καταφεύγει σε γιατρούς. Λέει τον πόνο του.

Κάθε μια ώρα ξυπνά τους λέει. Εκείνοι τον συμπονούν προσπαθούν να τον παρηγορήσουν. Σε κάποιες πόλεις τα ρολόγια, του λένε, σημαίνουν και τις μισές ώρες, δηλαδή φαντάσου σαρανταοκτώ φορές το 24ωρο! Πάλι καλά που δε ζει κοντά σε Μητρόπολη η Δημαρχείο…αλλά αυτό δεν τον παρηγορεί. Από κείνη την ώρα που εξομολογήθηκε τα βάσανά του στο καφενείο κι άλλοι πολλοί ακόμα διαπιστώνουν πως δεν κοιμούνται ούτε μέρα ούτε νύχτα εδώ και καιρό. Κανείς δεν τους λέει πως έχουν τα νεύρα τους μονάχα. Κάποια μέλη του Συλλόγου γονέων και κηδεμόνων ακούν το ομαδικό μαράζι και πέφτουν με τα μούτρα στη δουλειά. Είναι δική τους ευθύνη και ο ύπνος των συγχωριανών τους. Αν δεν κοιμηθεί σωστά ο γονιός πως θα μάθει γράμματα ο γόνος; Δουλεύουν με ποντικούς και γάτους της Νομαρχίας βρίσκουν έγκαιρα το κατάλληλο «πρότζεκτ» και τη λύση. Είναι θέσφατο είναι μεγαλείο σύλληψης. Εγκυμοσύνη περιωπής συντελείται στα μυαλά τους. Οδηγούνται σε γρήγορη και επείγουσα συνέλευση.
Κατηγορούν στην αρχή τους …σοβάδες που πέφτουν ολόγυρα.

Ο Γκαίμπελς θα τους ζήλευε στη ενορχηστρωμένη αγανάκτηση που ξεσπά. Κάθε τόσο ξεπαραδιάζονται –λένε- για να συμμαζέψουν με μερεμέτια και βαψίματα ολόγυρα το αναθεματισμένο το σχολείο. Να πρέπει κάθε τρεις και λίγο να ΄ναι και ευπαρουσίαστο. Εκλογές κάθε τόσο επιβάλλουν τον στοιχειώδη ευπρεπισμό του. Τι θα πουν οι λογής συμπατριώτες που συρρέουν σαν άφτερα κοτόπουλα να καταθέσουν την ψήφο τους στα αλλεπάλληλα προσκλητήρια των εκλογών βουλευτικών τε και δημοτικών; Η ευφυής λύση ανακοινώνεται τέλος και υπερψηφίζεται. Το κτίριο είναι «διατηρητέον» και σαν τέτοιο πρέπει να στερηθεί του βλαβερού στέμματος που φορά ακουσίως από το 1963. Αυτό το παράταιρο και μη …συνάδον «ωρολόγιον» -που ενοχλεί κι όλας αφόρητα- αυτό είναι βέβαιον: πρέπει πάραυτα να ξεκουμπιστεί! Το απεφάσισε μια ωραία ημέρα ο Σύλλογος γονέων και κηδεμόνων και σαν απόφαση εκτελεστικού αποσπάσματος ανακοινώθηκε. Το ρολόγι εντάσσεται στα προς απόσυρση. Το κτήριο στα διατηρητέα.

Το ρολόγι αποκαθηλώνεται με συντομότατες διαδικασίες και σιωπά για πάντα. Πετιέται υποθέτω στις καρότσες ρακοσυλλεκτών και περαστικών παλιατζήδων υλικό πρώτης τάξης για τα χυτήρια. Θα τήκεται πλέον στο πυρ της χαλυβουργικής καμίνου η Ομογένεια, παλιές εικόνες –δες- ξεθωριάζουν, οι δεσμοί με τον αείποτε κοσμοπολιτισμό της κοινότητας χαλαρώνουν, τα ήθη αγριεύουν-πυρώνονται επικίνδυνα. Εξαρτήματα και μεταλλικά μέρη που δωρήθηκαν με αγάπη κάποτε, γίνονται μάζα συμπαγής και αδιευκρίνιστη. Με το καλούπωμα προκύπτουν πανομοιότυπες σχάρες υπονόμων και καπάκια αποχετεύσεων για τις καθώς πρέπει ελληνικές πόλεις.
Κανείς δεν θ΄ ακούσει πια το αναθεματισμένο ρολόγι.
Κανείς δεν πρόκειται πια ν΄ ακούσει γι΄ αυτό!


Τερατογέννεση

Η εγκυμοσύνη ξέρεις καρποφόρησε ένα τέρας! Τον ήχο του ρολογιού που σήμαινε κάθε ώρα στη «Μικρή Μύκονο» (φανταστική ανύπαρκτη πολιτεία) αντικαθιστά τώρα ο ανελέητος νυκτερινός ήχος, ένας ήχος επαναλαμβανόμενος μονότονα από τη μεριά των μπάρ, ένα χτυποκάρδι παθολογικό της νύχτας του χωριού.
Και σώπασαν οι γκιώνηδες, τ΄ αηδόνια στα ρέματα φύγαν…
Πολλοί τα βράδια μεταναστεύουν με κουβερτούλες και μαξιλάρια στην αγκαλιά κατά τις ακρώρειες του χωριού κοντά σε συγγενείς που συμπονούν την απέραντη και ειλικρινή αγρύπνια που τους έχει επιβάλλει η νέας κοπής διασκέδαση που ενέσκυψε τα τελευταία χρόνια.
Τη μέρα τίποτα. Κανείς δεν σημαίνει πια τις ώρες κι αυτές απλούστατα δεν σημαίνουν τίποτα για κανέναν. Νέμεσις γαρ.
Οι ώρες της νύχτας θρυμματίζονται χιλιάδες φορές. Τα δευτερόλεπτά τους σημαίνονται από φρενήρη ηχεία και ρυθμούς. Μια …γενικευμένη νταπ ντουποποίηση. Είδε κανένας το ρολόγι ;

Έπιασε δουλειά ο Ηρόστρατος και λίγο λίγο το αποτέλειωσε το σχολειό. Η περιφανής πάλαι ποτέ «Σπυριδώνειος Ελληνική Σχολή Βογατσικού» παραδίδεται στη διαδικασία της αμμοβολής. Σαν να ξύνουν πληγές με το ξυστρί. Αποκαλύπτεται η πέτρα και η τοιχοποιία κι όλοι αγάλλονται για την ανακάλυψη πως το κτίριο κι έτσι όμορφο είναι. Το σφαγμένο βόδι του Ρέμπραντ στο Λούβρο ωραίο έργο είναι με τις ανοιγμένες σάρκες. Μα ο Ρέμπραντ είναι ο Ρέμπραντ και ο μέγας ανατόμος του φωτός. Δεν είναι εργολάβος και χαιρέκακος χωριάτης! Πάντως κι εκεί οι εκδορείς και οι χασάπηδες παραμερίστηκαν στα σκοτεινά μέρη του πίνακα. Όπως και ΄δω πέρα οι σφαγείς δεν φαίνονται πουθενά. Έχουν αποσυρθεί από το προσκήνιο. Τους αναγνωρίζουμε όμως. Εκτεθειμένα πια τα πλευρά του κτιρίου στο κρύο, τη βροχή και την κοινή θέα, σαν πληγές οι πέτρες και οι αρμοί. Ολόγυρα πανηγυρίζουν που κατάφεραν και ξέμπλεξαν τόσο καλά με μερεμέτια και βαψίματα. Καιρός για καινούργιες επιτυχίες και κονδύλια που θα πιάνουν τόπο. Παραδείγματος χάριν: αποχωρητήρια στο τέλος του παλιού διαδρόμου, εκεί που κάποτε λέγαμε την προσευχή «Συ που κόσμους κυβερνάς και ζωή παντού σκορπάς…». Εκεί που παίζαμε λες κι ήταν αυλή, μέσα στη σκόνη και το ποδοβολητό, σαν ο καιρός χαλούσε και δεν επέτρεπε να βγούμε έξω…

Στις γρήγορες ανακατατάξεις του χώρου εργάτες μεταφέρουν εδώ και κει κορνίζες και κάδρα χωρίς καμιά επιμέλεια. Άγαρμπα σαν να κινούνται μέσα σε χωματερή η μάντρα οικοδομικών υλικών. ΄Ωσπου ήρθε κι η ώρα του Σπυρίδωνος Νικολάου. Η τελευταία τελευταία! Κάποιος με ακατάλληλο μπόι αγωνίζεται πάνω σε μια καρέκλα να κατεβάσει το κάδρο από τη θέση του. Τον έχουν επιφορτίσει με κάποιο φρεσκάρισμα του διαδρόμου και δεν θέλει να χάνει καιρό. Εργολαβικές, γρήγορες δουλειές. Περιμένουν κι άλλοι. Τραβάει μια φορά …δεύτερη δυνατότερα…Ο Σπυρίδων αντιστέκεται. Τρίτη και φαρμακερή ! Σέρνεται ολόκληρος παράλληλα στον τοίχο και κατρακυλά με πάταγο στο πάτωμα. Το τζάμι και η κορνίζα γίνονται θρύψαλα.

Ένα καρφί έχει διασχίσει πέρα για πέρα στο ύψος του ορθωμένου λευκού κολάρου το λαιμό του μεγάλου ευεργέτη…
Έπεσε στο πάτωμα με πάταγο μα το κοντό ανθρωπάριο συνέχισε τη δουλειά του. Μετά δύο μέρες κάποιος τον μάλωσε τάχα και περιμάζεψε από κάτω τα απομεινάρια της καταστροφής. Ύστερα έχωσε βιαστικά σε μια υγρή ντουλάπα το μουσαμά με την δεσποτική μορφή αφήνοντάς την να θεωρεί τώρα τα ερέβη και τη μούχλα.


Άφες αυτοίς θάψαι τοις εκείνων νεκροίς


Τα πατώματα τρίζουν, πάλιωσαν πολύ και δεν μπορεί κανείς να τα κουμαντάρει. Μια συνεδρίαση του Συλλόγου γονέων και κηδεμόνων θα λύσει και πάλι το πρόβλημα. Στη Νομαρχία ακούνε προθύμως και ομοθυμαδόν ορίζουν τον εργολάβο που θα φέρει εις πέρας το έργο. Εκείνος «μπαίνει στο νόημα» κι αρχίζει αμέσως να μπαζώνει τα υπόγεια του σχολείου προκείμενου να στρώσει με μπετόν και να κάνει στέρεη τη δουλειά…

Νοιώθω ακόμα ν΄ αναπνέω εκεί κάτω τη μυρωδιά του εστιατορίου και την ατμόσφαιρα των συσσιτίων, την τσικνωμένη φασουλάδα της κυρα Ζωής του Νιούμα. Ακούω τους σιδερένιους πάγκους να σέρνονται με στριγκούς ήχους, παιδιά να βροντάνε καταγής ξεκαρδισμένα στα γέλια από τις σκανταλιές των φίλων τους που έβαλαν «νάρκες» διπλώνοντας στα κρυφά ένα από τα πόδια του πάγκου. Υπάρχουν ακόμα οι μυρωδιές από μουχλιασμένο ψωμί στα χάρτινα βαρέλια της Ούνρα, κίτρινο τυρί και μπακαλιάρο στις κασέλες με το άφθονο αλάτι. Εξακολουθώ να φοβάμαι και να κοιτάξω ακόμα κατά τις σκοτεινές ξυλοθήκες στο βορεινό τμήμα του υπογείου γιατί εκεί υπάρχει οπωσδήποτε στ’χειό [6] ! Τώρα σαραβαλιασμένα από καιρό εποπτικά μέσα πεταγμένα εδώ και ΄κει με αληθινή καταστροφική μανία. Τροφή για τα ποντίκια και την υγρασία. Σπάνιοι σχολικοί χάρτες αλλά και σκηνικά των θεατρικών παραστάσεων δια χειρός Στέργιου Τζημάνη. Τώρα νοιώθω τη μυρωδιά ενός πτώματος που έλιωσε μέσα σε πληγές και αλλεπάληλους ακρωτηριασμούς.

Αποστρέφω το βλέμμα. Κρατώ τη μνήμη ανεπηρέαστη. Κι αυτή συνεχίζει να οσφραίνεται παλιά πράγματα και ν΄ ακούει και να βλέπει…
Όμως τώρα αγωνιούν με ειλικρίνεια οι συμπατριώτες μου και προσπαθούν να επηρεάσουν το αναπότρεπτο. Καταφεύγουν σε γιατρούς (αλήθεια με πήραν στο τηλέφωνο…) και εισαγγελείς. Οι γιατροί δεν μπορούν να κάνουν τίποτα πια λένε. Οι εισαγγελείς όμως;
Αλλά ερωτώ: ύστερα από μια τέτοια διαδρομή γιατί να φαίνεται εξωφρενικό όταν κάποιοι αποφασίζουν να μπαζώσουν το Σχολείο;
Κατά την ταπεινή μου γνώμη πράττουν το αυτονόητο.
Κι ύστερα τι άλλο μπορεί να κάνει κανείς για τους νεκρούς εκτός από το να τους θάψει;


ΥΓ. Κι ένα μήνυμα ελπίδας! Στοργικός γιατρός, αφού ανέσυρε από τα σκοτεινά, περιθάλπτει αυτόν το καιρό τον τραυματισμένο Σπυρίδωνα Νικολάου σαν χτυπημένο αγριόκυκνο των λιμνών του βορρά. Σύντομα το πορτραίτο του μεγάλου ευεργέτη και οραματιστή θα ξαναπάρει τη θέση του στο νότιο διάδρομο του Σχολείου κοντά στη «Συναυλία των παιδιών» που ο συγκεκριμένος γιατρός και ζωγράφος του έχει ορίσει εδώ και χρόνια για συντροφιά…




Βιβλιογραφία

1. Α. Κορομήλη Το Βογατσικόν, έκδοση του Συνδέσμου Βογατσιωτών Θεσσαλονίκης «Ο ΄Αγιος Κωνσταντίνος», Θεσσαλονίκη 1972
2. Γ. Γκολομπία Σχολεία και εκπαίδευση στο Βογατσικό επί Τουρκοκρατίας, Εφημ. Το Βογατσικό φ.83,1992
3. Κ. Π. Μπέντα Ιστορικά Βογατσικού, Τύποις Κ. Στ. Δούκη, Καστοριά 1952
4. Βιβλίον κινητής περιουσίας του Δημ. Σχολείου Βογατσικού
5. Θανάση Τριαρίδη Η μουγγή καμπάνα, εκδόσεις Πατάκη, 2003
6. Επιστολή του Συνδέσμου Βογατσιωτών Θεσσαλονίκης «Ο ΄Αγιος Κωνσταντίνος» προς το Υπουργείο Προεδρίας της Κυβερνήσεως της Ελλάδος (1950).
7. Ν. Τσίγκα Η ώρα ακριβώς, Ημερολόγιο 2005 του Συνδέσμου Βογατσιωτών Θεσσαλονίκης «Ο Αγιος Κωνσταντίνος», επιμέλεια Γ. Γκολομπία & Ν. Τσίγκα




ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

-1908
Με επιστολή του ο ευεργέτης Σπύρος Νικολάου δωρίζει στην κοινότητα Βογατσικού 100 χιλιάδες φράγκα Ρουμανίας σε μετοχές της Εθνικής Τράπεζας της Ρουμανίας. Επιθυμεί να διατεθούν οι τόκοι των σε διάφορες αγαθοεργίες και να ανεγερθεί Σχολείο που θα φέρει το όνομά του.

-1912 Παραδίδεται στις φλόγες, δύο φορές αλλεπάλληλα, το Βογατσικό από τους Τούρκους. Τουλάχιστον 10 γέροντες του χωριού δολοφονούνται. Το κτίριο του σχολείου που είχε αναγερθεί στη μια πλευρά της σημερινής πλατείας του χωριού («Αρρεναγωγείον») με δωρεά του αείμνηστου ευεργέτη Ράλλη Πλιούφα, και ήδη βρίσκεται σε κακή κατάσταση, πυρπολείται και καταστρέφεται ολοσχερώς. Την ίδια τύχη έχει και το «Παρθεναγωγείον» -σημερινό «Υφαντήριο» - που είχε ανεγείρει με ίδιες δαπάνες ο ευεργέτης του χωριού Μενέλαος Μήκας. Η απελευθέρωση βρίσκει το Βογατσικό χωρίς Σχολείο. Επιλέγεται σαν προσωρινή λύση, και για δέκα περίπου χρόνια, ο γυναικωνίτης στην εκκλησιά των Δώδεκα Αποστόλων και η οικία Σταυράκη («της Μαλαντούς»).

-1923 Το Βογατσικό αποκτά πλέον Σχολείο («Σπυριδώνειος Ελληνική Σχολή Βογατσικού») δωρεά στην πατρίδα του Σπυρίδωνος Νικολάου.

-1941 Οι Γερμανοί κατακτητές μέσα στον βαρύτατο χειμώνα του ΄41 προκαλούν εκτεταμένες καταστροφές στο Σχολείο χρησιμοποιώντας σαν καύσιμη ύλη πατώματα, πόρτες, κουφώματα, εποπτικά μέσα και θρανία.

-1945 Με την συμφωνία της Γιάλτας,και καθώς η Ρουμανία εκχωρείται στην «Ρωσική άρκτο», οι μετοχές της δωρεάς του Σπυρίδωνος Νικολάου χάνουν ολοσχερώς την αξία τους έτσι το Σχολείο απομένει χωρίς πόρους. Το «Σπυριδώνειος Ελληνική Σχολή Βογατσικού» δεν αναφέρεται και δεν αναγράφεται πλέον πουθενά.
Μετά το τέλος του εμφυλίου. Το Σχολείο ασθενεί βαρέως. Αναλαμβάνουν δράση σθεναρή οι Σύνδεσμοι της Βογατσιώτικης παροικίας στην Ελλάδα και τις ΗΠΑ σε έργα συντήρησης και αναστήλωσης. Αρχίζει η κρατική συνδρομή. Στα υπόγεια του Δημοτικού Σχολείου Βογατσικού και μέχρι το 1967 λαμβάνει χώρα καθημερινά συσίτιο των μαθητών στα πλαίσια του «Σχεδίου Μάρσαλ» για την ανασυγκρότηση των πληγεισών από τον πόλεμο χωρών και της χορηγίας «της Ούνρα». Μουρουνέλαιο, κίτρινο τυρί, μπακαλιάρος και πληγούρι έχουν την πρωτοκαθεδρία της διατροφικής βάσης. Τα βογατσιωτόπουλα όπως και πάμπολλα ελληνόπουλα στη βόρεια Ελλάδα τρώνε σχεδόν όλο το χρόνο πρωϊνό και μεσημεριανό πιο συχνά στο σχολείο παρά στο σπίτι τους.

-Ιούνιος 1963. Το Δημοτικό Σχολείο Βογατσικού αποκτά «Ωρολόγιον Πόλεως» δωρεά Βενετίας Πόλιου το οποίο υπερυψώνεται πάνω από τη στέγη του και αποτελεί σήμα κατατεθέν του χωριού για τις επόμενες τρείς δεκαετίες.

-Από το 1970 και μετά. Το ρολόγι δεν λειτουργεί γιατί δεν υπάρχει ούτε ικανή μέριμνα ούτε τεχνίτες να το φροντίσουν. Κανείς δεν σημαίνει πια τις ώρες στο Βογατσικό. Ο χρόνος απομένει χωρίς τον σφραγιδόλιθό του.

-1997 Ο αείμνηστος Χρήστος Σαββαρίκας («Τζιάγκος») στη μνήμη της συζύγου του Θεοδώρας, βρίσκει ειδικό τεχνίτη και προσφέρει το απαιτούμενο χρηματικό ποσό για την επαναλειτουργία του ρολογιού. Το ρολόγι συναντά με κανονική λειτουργία το τέλος του αιώνος.

-21ος αιώνας (Millennium)


-Το περίφημο «Ωρολόγιον πόλεως» με απόφαση του Συλλόγου γονέων και κηδεμόνων ως «μη συνάδον με τα αρχιτεκτονικά πρότυπα και δεδομένα του χωριού» (αλλά περισσότερο μάλλον επειδή ενοχλεί με τις κωδωνοκρουσίες του διαφόρους περιοίκους του Σχολείου) κατεδαφίζεται και …εξαφανίζεται (σε αποθήκες του Δήμου λένε!) .
-Μέρος του βόρειου διάδρομου του σχολείου μετατρέπεται σε …αποχωρητήριο (!) για τους μαθητές και τους δασκάλους γιατί «δεν υπήρχε άλλη λύση» (και πάλι!)

- Το Σχολείο κρίνεται ως διατηρητέο κτίριο και η Νομαρχία αποφασίζει να το ξεγυμνώσει με τη σύμφωνη γνώμη των γονέων και κηδεμόνων (των διαφόρων δηλαδή υπερευαίσθητων ασχέτων και νομίμως κατεχόντων το δικαίωμα της αυθαιρεσίας και της μονόπλευρης μνήμης). Το σχολικό κτίριο υφίσταται το μαρτύριο της αμμοβολής και έτσι από νεοκλασικού ρυθμού κτίριο με τους σοβάδες, τις διακοσμητικές κορνίζες και τα επιχρίσματα μεταπίπτει σε σπίτι του …Νυμφαίου τέτοιο που ουδέποτε υπήρξε. Μαζί μ΄ αυτό και το ωραίο κτίριο της πλατείας του χωριού -αυτό της «Λέσχης» -(δωρεά των ομογενών της Αμερικής που κτίστηκε το 1928 ) απολαμβάνει την ίδια μοίρα γιατί η φρενήρης μόδα επιθυμεί την αμμοβολισμένη τοιχοποιία. Εξάλλου ζούμε στην εποχή του γυμνού (μέσα κι έξω...)

-2008 Η αίτηση του Συλλόγου γονέων και κηδεμόνων προς την Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση να αντικατασταθούν τα πατώματα του Σχολείου βρίσκει ευήκοον ους στο Νομαρχιακό συμβούλιο κι έτσι αποφασίζεται το ολοσχερές «μπάζωμα» των υπογείων του Σχολείου ώστε να μπορεί στο επίπεδο του νυν υπάρχοντος πατώματος να στρωθεί μπετόν. Εξεγείρονται άπαντες. Δεν θέλουν την ταφή του πτώματος που κρατούν στα χέρια τους. Επεμβαίνει ο εισαγγελέας και οι εργασίες επιχωμάτωσης προσωρινά (;) διακόπτονται.



(*) Ο Ηρόστρατος υπήρξε ο φημισμένος εμπρηστής του περίλαμπρου Ναού της Αρτέμιδας στην ΄Εφεσο το 356 π.Χ. (ο θρύλος θέλει η πράξη του αυτή να συμπίπτει με τη γέννηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου) Λέγεται ότι προκειμένου να παραμένει στην ιστορία και να μνημονεύεται το όνομά του προέβη στην συγκεκριμένη πράξη. Οι Εφέσιοι τον θανάτωσαν και απαγόρευσαν να γίνεται μνεία του ονόματός του. Σήμερα μνημονεύεται τ΄ όνομά του αρνητικά μονάχα σαν πρόκειται να χαρακτηριστεί κάποιος που προβαίνει σε ανίερες και καταστροφικές ενέργειες προκειμένου να εντυπωσιάσει.
(**) Ο υπογράφων το κείμενο (ως νέος Ηρόστρατος και αυτός με τη σειρά του) «βεβηλώνει» σπάζοντας την επίπλαστη ομοψυχία , φαινακισμούς και οφθαλμαπάτες. Κατακαίει τα (αδιαμφισβήτητα) πατριωτικά του αισθήματα. Αποφασίζει να λύσει τη σιωπή του γύρω από τις σκανδαλώδεις αυθαιρεσίες και τις προσβολές της συλλογικής μνήμης που χρόνια τώρα σέρνουν το χορό στο εύανδρο Βογατσικό (του παρελθόντος…)


φωτογραφίες:
1. Ρέμπραντ (Χάρμενοζον φαν Ρέιν), Σφαγμένο βόδι -1655- Μουσείο Λούβρου, Παρίσι. Εδώ ο καλλιτέχνης απεικονίζει ένα σφαγμένο βοοειδές. Aποτελεί το κύριό του θέμα. Οι σφαγείς φαίνεται πως έχουν αποσυρθεί (μια υπηρέτρια μονάχα διακρίνεται μόλις στα δεξιά να παρατηρεί σε σιωπή το περιστατικό), έχουν ενσωματωθεί ίσως και ν΄αποτελούν μέρος της περιμετρικής σκιάς χάριν της ανάδειξης του σφαγμένου ζώου. Οι εκτελεστές λοιπόν ανήκουν στην παρασκιά των σημαινομένων όντας δημιουργοί του γεγονότος. Εδώ έχει προηγηθεί ένα μαρτύριο. Το ζώο στέκεται σταυρωμένο. Οι σάρκες του ανοίγονται και θαρρείς πως μυρίζεις αυτό που έχει συμβεί: Το χυμένο αίμα, τον ιδρώτα της αγωνίας, την οσμή του θανάτου. Ρεαλιστικότατα αποδίδεται η υφή της νωπής τεμαχισμένης σάρκας που πιθανότατα παραπέμπει σε συμβολισμούς σχετιζόμενους με την περισυλλογή μπροστά σε αναπότρεπτα γεγονότα όπως είναι τα γηρατειά, η παρακμή, ο θάνατος (o ζωγράφος την επόμενη χρονιά θα οδηγηθεί στην οικονομική χρεοκοπία). Το ίδιο θέμα στο μέλλον θα μελετήσουν διεξοδικά οι: Ευγένιος Ντελακρουά, Πάμπλο Πικάσο και Φράνσις Μπέϊκον. Κάθε συνειρμικός συσχετισμός, με την εν προκειμένω σφαγή –και σε πολλές πράξεις- ενός Σχολείου, κρίνεται λίαν επιθυμητός…
2. Επισκευές της στέγης του δημοτικού Βογατσικούσχολείου στη δεκαετία του ΄90.


κυρατζήδες = πραματευτάδες και μαντατοφόροι
σαούλι = νήμα της στάθμης.
γιατάκι = στρώμα, φωλιά,
καζάντησε = κέρδισε χρήματα,οικονόμησε
τζιαντές = ο κεντρικός δημόσιος δρόμος του χωριού
στ’χειό = φάντασμα


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5 και 12 Μαρτίου 2009.

1 σχόλιο:

  1. Εξαιρετικό, συναισθηματικό, ποιητικό κείμενο και ταυτόχρονα πιστή αποτύπωση της μικρής ιστορίας ενός τόπου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ